
Ξεκίνησα σαν άγγελος για αυτήν…
Αυτή είναι η ιστορία μου με όλα τα σημάδια και τα γεγονότα που έπαψαν να είναι σημάδια. Ειλικρινά αν με ρωτήσεις τώρα τι σκεφτόμουν τότε, θα σου πω δεν έχω ιδέα.
Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια μακριά από τον τότε μεγάλο έρωτα της ζωής μου για να καταλάβω ότι μόνο έρωτας δεν ήταν αυτό που ζούσα. Ξεκίνησε σαν μια πολύ όμορφη ιστορία.
Γνωριστήκαμε κι ερωτευτήκαμε ακαριαία, αλλά επειδή μεγαλώσαμε και οι δυο σαν στρειτ γυναίκες σε μια συντηρητική πόλη, ούτε καν το καταλάβαμε. Το βαφτίσαμε πολύ δυνατή φιλία και πορευτήκαμε έτσι μέχρι που μοιραία ήρθαμε πιο κοντά και γίναμε ζευγάρι. Φυσικά κρυφό και παράνομο αφού η άλλη πλευρά είχε μια σχέση χρόνων και η πιθανότητα να βγούμε από τη ντουλάπα φάνταζε τρελή κ επικίνδυνη.
Τότε πίστευα πως μόνο έτσι μπορούσαμε να υπάρξουμε και δεν ήμουν έτοιμη να παραδεχτώ τι μου συμβαίνει.
Στην αρχή ήμουν ένας άγγελος, το πιο υπέροχο κορίτσι του κόσμου, ο,τι πιο αγαπημένο είχε, έλεγε. Σιγά σιγά άρχισε να σχολιάζει περιπαιχτικά τις φιλίες μου, την οικογένεια μου, τη μόρφωση μου, τα βιβλία που διαβάζω, το ρολόι που φοράω, τη μουσική που ακούω, τα φαγητά που τρώω, το αμάξι μου, το σπίτι μου, τα λεφτά που βγάζω τα πάντα. Αρχικά διακριτικά μετά ξεκάθαρα υποτιμητικά, και μετά όταν είδε ότι είχε παγιωθεί μέσα μου πως ο,τι έχω ήταν κατώτερο και ευτελές άρχισε να με απομακρύνει από τους κοντινούς μου ανθρώπους λέγοντας ότι όλοι θέλουν να μας βλάψουν κι ότι δεν την συμπαθούσαν.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε αυτήν και σε κάποιον άλλο ο οποίος εμφανώς δεν τη συμπαθούσε. Πολλές σκηνές ζήλειας για τις οποίες δεν είχα δώσει κανένα δικαίωμα, και λόγια όπως ‘σε έβλεπα να μιλάς με τον τάδε και φαντασιωνόμουν να σου χτυπάω το κεφάλι στο πεζοδρόμιο’. Εγω τη δικαιολογούσα έλεγα πως κάνει πλάκα και πως είναι ερωτευμένη και δε μπορεί να το διαχειριστεί, άλλωστε ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω μου, και παραδεχόταν ότι δεν είναι νορμαλ οι σκέψεις της. Τη λάτρευα, την έβλεπα σαν τον πιο υπέροχο άνθρωπο στον κόσμο και απορούσα πως γίνεται κανένας γύρω μου να μην τη συμπαθεί. Ακόμα και γνωστοί με έπιαναν στο δρόμο και με ρωτούσαν γιατί ‘κάνουμε παρέα’. Φυσικά κανένας δεν ήξερε για τη σχέση μας.
Μετά ξεκίνησε να πηγαίνει και με άλλους λέγοντας μου πως δεν είναι λεσβία (από την αρχή έδινε πάντα στη λέξη μια αρνητική υποτιμητική χροιά) κι ότι έχει ανάγκες κι ότι πρέπει να το καταλάβω αν θέλω να είμαστε μαζί. Φυσικά δεν το καταλάβαινα, φυσικά έφευγα, φυσικά με γυρνούσε πίσω με εκατοντάδες μηνύματα και κλάματα και δράματα. Εγώ γυρνούσα γιατί η σκέψη να ζήσω μακριά της μου ήταν αφόρητη. Γυρνώντας πίσω βλέπω πως ήξερα ότι θα τελειώσει κάποια στιγμή και ήθελα λίγο ακόμα. Σε κάποια φάση ήταν τόσο δεδομένο ότι θα υποτιμηθώ που δεν με σόκαρε δεν μου έκανε καν εντύπωση.
Υπήρχε κάτι όμως που με πλήγωνε πάντα. Κι αυτό ήταν η αδιαφορία της όταν αρρώσταινα. Λόγω μιας πάθησης αρκετά συχνά εμφανίζω πόνους σε όλο μου το σώμα. Πάντα όταν ξημέρωνε μια τέτοια μέρα για μένα αυτή έβρισκε δικαιολογία και έφευγε από το σπίτι μου στο οποίο μέναμε μαζί χωρίς να κάνει καμία αναφορά στο θέμα, μέχρι να δείξω ότι είμαι καλύτερα και δε θέλω φροντίδα. Αυτό από την πρώτη επαφή απλά το κατάλαβα ότι είναι πατερν αρκετά αργότερα. Πολλές φορές με έκανε να νιώθω υπεύθυνη για την κατάσταση μου λέγοντας μου ότι εγώ φταίω που το προκάλεσα στον εαυτό μου κι ότι τι περιμένω αφού όσο πάει θα χειροτερεύω. Το παρουσίαζε σαν συμβουλές κ ενδιαφέρον.
Χαρακτηριστικά θυμάμαι μια φορά που γυρίσαμε από έξω, εγώ με φρικτούς πόνους της ζήτησα να με βοηθήσει να λύσω τα κορδόνια μου για να βγάλω τα παπούτσια μου κι αυτή ρόλαρε τα μάτια της και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Χθες μετά την είδηση της δολοφονίας της Γαρυφαλλιάς θυμήθηκα ένα παρόμοιο σκηνικό που θα μπορούσε να μας κάνει διάσημες κι εμάς. Πήγαμε για πεζοπορία με μια κοινή φίλη, εγώ στο δρόμο την πείραξα (έκανα εμφανώς πλάκα τίποτα υποτιμητικό) κι αυτή με άρπαξε από το χέρι με έσυρε στο δρόμο, σε μια απότομη στροφή με έριξε στο οδόστρωμα, κάθισε πάνω μου και με κοιτούσε με παγωμένο βλέμμα. Άκουσα αμάξι να έρχεται από τη στροφή και της είπα άσε με να φύγω έρχεται αμάξι τι κάνεις, αυτή δεν κουνήθηκε, η φίλη παγωμένη έλεγε τι κάνετε φύγετε από εκεί, το αμάξι ερχόταν με ταχύτητα (το άκουγα) και σταμάτησε τελευταία στιγμή στο ένα μέτρο. Όχι γιατί είδε εμάς, αλλά γιατί η φίλη μου στεκόταν σε πιο εμφανές σημείο. Σηκώθηκε από πάνω μου, μου έδωσε το χέρι της και ενώ με βοηθούσε να σηκωθώ μου έσφιξε το χέρι και μου είπε ‘την επόμενη φορά να δούμε αν θα ειρωνευτείς’. Ήταν τόσο καθημερινή η ψυχολογική κακοποίηση που βίωνα, που δεν έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα, σηκώθηκα και συνεχίσαμε την πεζοπορία. Κι επίσης δεν ήταν η πρώτη φορά που αναφέρθηκε σε θάνατο. Συνεχώς στο αμάξι αστειευόταν πως αν κλείσει τα μάτια ενώ οδηγεί θα πεθάνουμε μαζί, και το ανέφερε σαν κάτι ρομαντικό.
Στα τέλη της σχέσης μας, η οποία είχε παρά πολλά ον και οφ από τη μεριά της πάντα, κι αφού είχα πειστεί ότι μόνο εγώ μπορώ να τη σώσω (από τον εαυτό της και τις σκέψεις της oh my god!) πήγαμε διακοπές κάποιες μέρες. Καθημερινά με υποτιμούσε και με χλεύαζε ώσπου έφτασε σε σημείο πάνω σε καβγά να με χτυπήσει μέσα στο αμάξι.
Έκανα πολλά χρόνια να καταλάβω το μέγεθος της κακοποίησης και να το ξεπεράσω. Βλέπω πως δεν έχει ξεπεραστεί πλήρως μιας και με κάθε γυναικοκτονία, ή κακοποίηση έρχονται όλες οι σκηνές που έζησα, κι αυτή τη φορά με φρίκη βλέπω ότι αυτό που βάφτιζα σαν παράφορο έρωτα (βλ Μαρω Βαμβουνάκη) ήταν μια άρρωστη κατάσταση από την οποία δε μπόρεσα να φύγω ποτέ.
Για το μόνο που της είμαι ευγνώμων είναι που με παράτησε με συνοπτικές διαδικασίες. Γιατί ω ναι, δεν έφυγα και δεν ξέρω πότε και αν θα έφευγα τελικά.
Αυτή ήταν η ιστορία μου λοιπόν.
